έφοδος

έφοδος
η
1) штурм, атака, приступ;

κυριεύω ( — или καταλαμβάνω) με έφοδο ( — или εξ εφόδου) — брать штурмом, приступом;

έφοδος με εφ' όπλρυ λόγχη — штыковая атака;

αποκρούω την έφοδο — отразить атаку;

2) см. εφοδεία;
3) инспекторский рейд, неожиданная проверка, ревизия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "έφοδος" в других словарях:

  • ἔφοδος — 1 accessible masc/fem nom sg ἔφοδος 2 one who goes the rounds masc nom sg ἔφοδος 3 approach fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έφοδος — (I) ἐφοδος, ον (Α) (εσφ. αν. τού εύέφοδος ευπρόσιτος, ευκολοπλησίαστος (α. «σταύρωμα ἔπηξαν καὶ ἔρυμά τε, ᾗ ἐφοδώτατον ἦν τοῑς πολεμίοις», Θουκ. β. «συνιδὼν ἔφοδον ὄντα τὸν λόφον», Πολύαιν.). (II) ἔφοδος, o (A) 1. αυτός που περιέρχεται και… …   Dictionary of Greek

  • έφοδος — η 1. επίθεση ξαφνική, επιδρομή: Το ύψωμα καταλήφθηκε με την πρώτη έφοδο. 2. έλεγχος φρουρών, φυλάκων κατά την ώρα εκτέλεσης της υπηρεσίας τους: Νυχτερινή έφοδος στα φυλάκια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἔφοδον — ἔφοδος 1 accessible masc/fem acc sg ἔφοδος 1 accessible neut nom/voc/acc sg ἔφοδος 2 one who goes the rounds masc acc sg ἔφοδος 3 approach fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδοις — ἔφοδος 1 accessible masc/fem/neut dat pl ἔφοδος 2 one who goes the rounds masc dat pl ἔφοδος 3 approach fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδοισι — ἔφοδος 1 accessible masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἔφοδος 2 one who goes the rounds masc dat pl (epic ionic aeolic) ἔφοδος 3 approach fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδοισιν — ἔφοδος 1 accessible masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἔφοδος 2 one who goes the rounds masc dat pl (epic ionic aeolic) ἔφοδος 3 approach fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδου — ἔφοδος 1 accessible masc/fem/neut gen sg ἔφοδος 2 one who goes the rounds masc gen sg ἔφοδος 3 approach fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδους — ἔφοδος 1 accessible masc/fem acc pl ἔφοδος 2 one who goes the rounds masc acc pl ἔφοδος 3 approach fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδων — ἔφοδος 1 accessible masc/fem/neut gen pl ἔφοδος 2 one who goes the rounds masc gen pl ἔφοδος 3 approach fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφόδῳ — ἔφοδος 1 accessible masc/fem/neut dat sg ἔφοδος 2 one who goes the rounds masc dat sg ἔφοδος 3 approach fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»